![]() ![]() |
||||||||||||
|
Είναι απόλαυση να βρίσκεσαι στην Σκάλα Συκαμινέας, σε αυτό το μικρό γραφικό ψαράδικο λιμανάκι, που απέχει πενήντα περίπου χλμ. από την Μυτιλήνη.
Αναφέρεται σε κάθε περιγραφή της Λέσβου και είναι πασίγνωστη και χαρακτηριστική η εικόνα αυτού του μικρού λιμανιού με το εκκλησάκι της Παναγιάς Γοργόνας πάνω στο βράχο.
Εδώ είναι ένα άλλος κόσμος, απροσδόκητα γαλήνιος και ήρεμος. Η ζωή ακολουθεί ρυθμούς που έχει ορίσει η φύση, και ..."ούλα θα σάσειν" (όλα θα γίνουν).
Το καΐκι "Δύο αδερφοί" μπαίνει στο λιμάνι. Η κυρά Ανδρομάχη περιμένει να αγοράσει ψάρια για να μαγειρέψει. Ο Στρατής έφερε με το γαϊδούρι κηπευτικά και τα πουλάει στην πλατεία. Μπροστά στην πόρτα του ελαιοτριβείου, κάποιος από το πάνω χωριό ξεφορτώνει μερικά τσουβάλια με ελιές. Ο Γιάννης διορθώνει τα δίχτυα δίπλα στην βάρκα του, που λικνίζεται από το αεράκι, και έχει δίπλα του ένα ποτηράκι ούζο. Στην σκιά της μεγάλης μουριάς που κάποτε καθόταν για να γράψει ο Στρατής Μυριβήλης, ο Μιχάλης ενθουσιάζεται για την επιτυχία του στο τάβλι και η Ιουλία, που δεν έχει πάει ακόμα σχολείο, ενδιαφέρεται μόνο για το παιχνίδι της.
Ο χρόνος κυλάει ήρεμα και ο χώρος είναι οικείος. Ώρα να παραγγείλεις ουζάκι με μεζεδάκι σε μια από τις τέσσερις ταβέρνες. Το τοπικό φαγητό είναι νοστιμότατο και το ψάρι μόλις το έφερε το καϊκι.